Ποια είν’ η Kατερίνα πια οι φίλοι με ρωτούνε
Ποια είν’ η Kατερίνα πια οι φίλοι με ρωτούνε
μα γω κρατάω μυστικά κι αυτοί γι’ αλλού κινουνε.
Ποια είν’ η Kατερίνα πια οι φίλοι με ρωτούνε
μα γω κρατάω μυστικά κι αυτοί γι’ αλλού κινουνε.
– «Μπαμπά, βρήκα ένα χαμένο χιλιάρικο στο δρόμο.» – «Και που ξέρεις παιδί μου ότι το χιλιάρικο είναι χαμένο;» – «Το ξέρω μπαμπά! Το έψαχνε μια κυρία!!!»
Ήταν 3 γέροι και συναγωνίζονταν ποίου τρέμει παραπάνω το χέρι του.Λέει ο πρώτος : Εγώ πήγα να βουρτσίσω τα δόντια μου και έσχησα τα ούλα μου.Λέει ο δεύτερος: Εγώ πήγα να κουρέψω κάποιον και του έσχιζα το κεφάλι.Λέει και ο τρίτος: Τώρα μας κοροϊδεύετε, εγώ πήγα να κατουρήσω και έχυσα 5 φορές.
Ένας άντρας πάει στο γιατρό και του λέει: – «Γιατρέ έχω ένα πρόβλημα, δε μπορώ να ικανοποιήσω σεξουαλικά τη γυναίκα μου. Τι μου συστήνετε να κάνω;» – «Θα αγοράσεις Βιάγκρα και θα παίρνεις ένα χάπι πριν κάνεις έρωτα με τη γυναίκα σου.», του απαντά ο γιατρός. Ένα βράδι, μετά από μια βδομάδα, γυρίζει σπίτι του μεθυσμένος και παίρνει όλο το κουτί, ορμάει στη γυναίκα του και την αφήνει λιπόθυμη. Μετά ορμάει και στον πεθερό του και τον αφήνει κι αυτόν λιπόθυμο. Οπότε πάει στο γιατρό την επόμενη μέρα και του λέει: – «Γιατρέ σώσε με, πήρα υπερβολική δόση και όρμισα στη γυναίκα μου και μετά στο πεθερό μου και τους άφησα λιπόθυμους. Τι να κάνω; – «Μια είναι η θεραπεία τώρα, να χώσεις την ψωλή σου σε ένα μπουκάλι γάλα», του λέει ο γιατρός. Όπως πήγαινε σπίτι του βλέπει στο δρόμο ένα γαλατά, του παίρνει δια της βίας ένα μπουκάλι γάλα και χώνει την ψωλή του μέσα. Εκείνη τη στιγμή μόλις είχε συνέλθει ο πεθερός του, τον βλέπει από το παράθυρο και λέει: – «Ωχ! την ξαναγεμίζει και έρχεται.»
Ήταν ένα μεσημεράκι στην Αφρική τρία μαυράκια τα οποία ανταφωνίζονταν στο ποιος έχει τον πιο μαύρο πατέρα! Λέει το πρώτο: – «Ο δικός μου πατέρας όταν κάνει μπάνιο από τη μαυρίλα του μαυρίζει το νερό! Πετρέλαιο γίνεται! Τι έχετε να πείτε για αυτό;» Απαντάει το δεύτερο: – «Αυτό δεν είναι τίποτα!! Ο δικός μου πατέρας όταν κάνει μπάνιο, μαυρίζει όχι μόνο το νερό αλλά και η μπανιέρα και το σαμπουάν και το σαπούνι και μετά οι πετσέτες μόλις σκουπιστεί!» Τελευταίο, λέει το τρίτο: – «Μάγκες λυπάμαι αλλά χάσατε! Οι πατεράδες σας είναι άσπροι σαν γάλα μπροστά στον δικό μου! Εμένα, άμα κλάσει, έχουμε τρεις μέρες νύχτα στο σπίτι!»
Να περάσουν οι γλώσσες.