Ο κόσμος είναι μια χουφθιά σαν βρίνεται κοντά μου
Ο κόσμος είναι μια χουφθιά σαν βρίνεται κοντά μου
μεγάλος κι απροπάτηχτος σαν βρίνεται μακριά μου
Ο κόσμος είναι μια χουφθιά σαν βρίνεται κοντά μου
μεγάλος κι απροπάτηχτος σαν βρίνεται μακριά μου
Γιατί οι πόντιοι το βράδυ όταν πάνε για ύπνο παίρνουν ένα ποτήρι με νερό κι ένα χωρίς;Γιατί όταν ξυπνήσουν μπορεί να διψάνε μπορεί κι όχι!
Ο Μήτσος γυρίζει σπίτι αργά και τύφλα στο μεθύσι και, κατά κακή του τύχη, η γυναίκα του τον περίμενε στην πόρτα. Τόνε λέει: Πάλι ξενογαμούσες ρε καθήκι ; -Όχι -Και πως εξηγείς το κραγιόν στο πουκάμισό σου ; -Α, εύκολο, το χρησιμοποίησα για να σκουπίσω τον πούτσο μου
Ένας τρελός προσπαθεί να βρει την άκρη ενός κουβαριού, τότε ένας άλλος τρελός του λέει: – Αδικα ψάχνεις έκοψα την άκρη της προολίγου.
Στο καφενείο του χωριού τέσσερις φίλοι παίζουν χαρτιά. Ξαφνικά μπαίνει ένας αναστατωμένος τύπος και λέει απευθυνόμενος στον έναν: «Ρε συ Γιάννη, παίζεις χαρτιά και στο σπίτι σου η γυναίκα σου πηδ**ται με τον κουμπάρο σας;» Ο Γιάννης βγάζει τα γυαλιά του , τα αφήνει πάνω στο τραπέζι, ζητάει συγγνώμη από τους συμπαίκτες του για τη διακοπή και φεύγει για το σπίτι του. Αφού πέρασαν δέκα λεπτά, ο Γιάννης γυρίζει αμίλητος στο καφενείο, κάθεται ξανά στη θέση του, φοράει τα γυαλιά του, μαζεύει τα χαρτιά του και ρωτάει τους συμπαίκτες του τίνος είναι η σειρά να παίξει. «Αμάν, ρε Γιάννη» τον ρωτούν όλοι «πες μας τι έγινε σπίτι σου!» «Υπερβολές» τους απαντά ο Γιάννης «Ακου κουμπάρος μου! Ούτε καν γνωστός μου δεν ήταν ο άνθρωπος!»
Αναγυρίζω το στενό και πάω απ’ άλλο τόπο
να μη σε βάλω αγάπη στις γλώσσες των ανθρώπω