Ο χωριανός
Έρχεται στην Αθήνα κάποιος από το χωριό του, με σκοπό να τακτοποιήσει κάποιες δουλειές. Συναντάει ένα χωριανό του, που μένει πλέον μόνιμα στην πόλη. – «Α! Κώστα μου», του λέει «θα έρθεις οπωσδήποτε σπίτι μου στη Γλυφάδα να τα πούμε.» – «Εντάξει. Αν προλάβω να τελειώσω τις δουλειές μου, θα έρθω. αλλά πως;» – «Ή από Συγγρού ή από Βουλιαγμένης», του απαντάει ο φίλος του. Λοιπόν, αφού τελείωσε τις δουλειές του, ξεκινάει να πάει στη Γλυφάδα. Φτάνοντας στις στήλες του Ολυμπίου Διός, ρωτάει έναν περαστικό. – «Φίλε, πως θα βγω στη Συγγρού;» – «Ααααα. Πολύ απλό αυτό. Θα βάλεις ψηλοτάκουνα παπούτσια, θα βάψεις τα μαλλιά και τα χείλη σου, θα φορέσεις μια κοντή- προκλητική φούστα και θα βγεις.» – «Καλά άστο φιλαράκι», του απαντάει. «Θα πάω από Βουλιαγμένης!»
Οι σπόροι
Ένας τύπος μπαίνει σε ένα pet shop, κοιτάει γύρω του, και ρωτάει τον καταστηματάρχη: – Με συγχωρείτε, σπόρους για πουλιά, έχετε; -Φυσικά, Τι πουλί έχετε? -Α, Δεν έχω. Θέλω να φυτέψω ένα
Το χρυσό πηρούνι
Μια φορά, ο κ. Μητσοτάκης με τον κ. Παπανδρέου αποφάσισαν να πάνε στο προεδρικό μέγαρο για φαγητό. Εκεί βέβαια που είναι όλα επίσημα, είναι και όλα πανάκριβα. Δηλαδή χρυσά πιρούνια, χρυσά κουτάλια κλπ. Κάποια στιγμή λοιπόν ο κ. Μητσοτάκης κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά, κανένας δεν τον έβλεπε. Πιάνει ένα πιρούνι και το βάζει στην τσέπη του. Ο κ. Παπανδρέου ζήλεψε και ήθελε και αυτός. Κοιτάζει κι αυτός μήπως τον βλέπει κανείς, όλα εντάξει. Πάει να πιάσει το πιρούνι, αλλά επειδή αυτός ήταν και πιο μεγάλος σε ηλικία έτρεμε. Ακούει το γκαρσόνι το θόρυβο, πάει κοντά του και τον ρωτάει: – «Θα θέλετε κάτι κύριε Αντρέα;» – «Όχι παιδί μου ευχαριστώ». Αρχισε τότε να γελάει ο κ. Μητσοτάκης. Μετά από λίγο ξαναπροσπάθησε ο κ. Παπανδρέου, αλλά πάλι άρχισε να τρέμει. Στο τέλος τσαντίζετε και φωνάζει στο γκαρσόνι: – «Παιδί μου, θα σου δείξω μια ικανότητα που έχω, επειδή σε συμπαθώ. Πιάσε αυτό το πιρούνι και βάλτο στη τσέπη μου. Εντάξει;» – «Εντάξει», λέει το γκαρσόνι. – «Λοιπόν, πού είναι το πιρούνι;», ρωτάει ο Ανδρέας. – «Στην τσέπη σας, κύριε Ανδρέα.» Και λέει τότε και ο Ανδρέας: – «Καλά, πήγαινε τώρα να το βγάλεις από την τσέπη του κ. Μητσοτάκη!!!»
Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας
Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας πάει να τρελαθεί από τις φάρσες που του κάνουν. Μέρα παρά μέρα έρχεται κι ένα βυτίο με δύο τόνους πετρέλαιο. Κάποια στιγμή δεν αντέχει και βουτάει τον παπαγάλοτου. «Εσύ, ρε πούστη, παράγγειλες πετρέλαιο, εσύ μου κάνεις πλάκα», του λέει, και πιάνει και τον κρεμάει από τα φτερά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Εκεί ο παπαγάλος βλέπει μια εικόνα του Χριστού στο σταυρό. «Εσύ, ρε φιλαράκο, πόσα χρόνια είσαι έτσι;», τον ρωτά. «Περισσότερο από δύο χιλιάδες», απαντά ο Χριστός. Κι ο παπαγάλος: «Καλά, ρε φιλάρα, πόσο πετρέλαιο παρήγγειλες πια;»!
Τα πόδια της καρδιάς
Ένα πεντάχρονο αγοράκι ρωτάει την δασκάλα του: – «Κυρία, έχει πόδια η καρδιά;» – «Όχι παιδάκι μου,» λέει η κυρία, «η καρδιά είναι όργανο.» Και γιατί τότε ο μπαμπάς μου φωνάζει κάποιες φορές: – «Σήκωσε τα πόδια καρδιά μου.»
Λέει ο τύπος στο σπιτονοικοκύρη του
Λέει ο τύπος στο σπιτονοικοκύρη του: «Λυπάμαι πολύ, κύριε, αλλά δε θα μπορέσω να σας πληρώσω αυτό το μήνα το νοίκι.». «Μα και τον περασμένο μήνα το ίδιο μου είπες…», του απαντά ο σπιτονοικοκύρης. Και ο τύπος: «Βλέπετε, λοιπόν, ότι ξέρω να κρατώ το λόγο μου; Γι αυτό έχετε μου εμπιστοσύνη!».


