Η τσάντα
Ήταν μια γυναίκα και πήγε σε ένα μαγαζί με τσάντες. Λέει στον πωλητή: – Αυτή πόσο κάνει; – 300.000 δρχ. απαντά ο πωλητής. – Και γιατί είναι τόσο ακριβή; – Γιατί είναι φτιαγμένη από καλό δέρμα. – Και τι δέρμα είναι αυτό; – Είναι από τσουτσουνόδερμα, το χαϊδεύεις και αυτή γίνεται βαλίτσα.
How to trick people into thinking you’re good looking
Οταν πεθάνω πείτε της μαύρα να μην φορέσει
Οταν πεθάνω πείτε της μαύρα να μην φορέσει
γιατί είν’ο θάνατος πικρός και θα την επονέσει
Απ’όλα τ’άστρα τ’ουρανού ένα ‘ναι που ‘χει γνώση
Απ’όλα τ’άστρα τ’ουρανού ένα ‘ναι που ‘χει γνώση
απού κλουθεί του φεγγαριού ώστε να ξημερώσει
Πέτα τον κάβο!
Ήταν σε ένα λιμάνι ο τύπος που έπιανε τους κάβους από τα καράβια και τους έδενε στην προβλήτα. Μια μέρα έφτασε ενα καράβι οπότε ο τύπος βλέπει έναν άλλο στο κατάστρωμα του πλοίου και του φωνάζει:
– Πέτα τον κάβο!
Τίποτα ο άλλος, απάθεια πλήρης.
– Πέτα τον κάβο ρε συ!
Τίποτα πάλι.
– Ρε μ@λ@κ@ σου μιλάω, πέτα τον κάβο!
Τίποτα.
Ξένος θα είναι σκέφτεται ο τύπος.
– Ντου γιου σπικ ινγκλις; (Μιλάς αγγλικά;)
Του κάνει αρνητικό νεύμα ο άλλος.
– Παρλέ βου φρανσέ; (Μιλάς γαλλικά;)
Πάλι αρνητικό νεύμα.
– Σπρέινχεν ντόιτς; (Μιλάς γερμανικά;)
Πάλι αρνητικό νεύμα.
Δοκιμάζει καμιά δεκαριά ακόμα γλώσσες οπότε σε μια στιγμή ρωτάει:
– Παρλάρο ιταλιάνο; (Μιλάς ιταλικά;)
– Σι, σι (Ναι, ναι) του απαντά.
– Ε, πέτα τον κάβο ρε μ@λ@κ@ να τελειώνουμε…
Ο κόσμος είναι μια χουφθιά σαν βρίνεται κοντά μου
Ο κόσμος είναι μια χουφθιά σαν βρίνεται κοντά μου
μεγάλος κι απροπάτηχτος σαν βρίνεται μακριά μου
