Έρχεται η κουβέvτα στο θέμα της απιστίας.
Λέει ο πρώτος:
– Εγώ όταν θέλω να τσεκάρω την γυναίκα μου αν μου τα φοράει, πάω σπίτι, την κοιτάω μέσα στα μάτια αυστηρά, και την ρωτάω με έντονο ύφος: «Δεν μου λες, Κατερίνα, δεν πιστεύω να μου τα φοράς;» Αν την δω και πάρει τα μάτια της από τα δικά μου, καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά…
– Σιγά το κόλπο, λέει ο δεύτερος. Εγώ όταν θέλω να τσεκάρω την γυναίκα μου πάω σπίτι, την παίρνω με το καλό, την χαιδεύω, την φιλάω, και κάποια στιγμή την ρωτάω όλο γλύκα: «Μαράκι, αγάπη μου, δεν πιστεύω να μου τα φοράς;» Αν την δω και πάρει τα μάτια της από τα δικά μου, καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πάει καλά…
Πετάγεται τότε και ο τρίτος και λέει:
– Είστε και οι δύο μαλάκες!! Ένα είναι το σύστημα για να πιάσεις την γυναίκα σου αν σου τα φοράει!
– Και ποιο είναι αυτό το κόλπο, πονηρέ; ρωτάνε οι δύο άλλοι με απορία.
– Είναι απλό. Πριν πάω σπίτι μου, περνάω μία βόλτα από το σπίτι της μεγαλύτερης κουτσομπόλας της γειτονιάς. Της χτυπάω το κουδούνι και μόλις ανοίξει της λέω: «Μωρή πουτάνα, κυρά Ματίνα, με ποιόν πηδιόσουν χθες το βράδυ;» Και μου απαντά: «Εγώ μωρέ κερατά, ή η πουτάνα η γυναίκα σου, που πηδιόταν με αυτόν, αυτόν και αυτόν…»