Τι χρόνος είναι Πετράκη;
Λέει ο δάσκαλος γραμματικής μέσα στην τάξη :
– Εγώ διαβάζω, εσύ διαβάζεις, αυτός διαβάζει. Τι χρόνος είναι Πετράκη;
– Χαμένος κύριε!
Λέει ο δάσκαλος γραμματικής μέσα στην τάξη :
– Εγώ διαβάζω, εσύ διαβάζεις, αυτός διαβάζει. Τι χρόνος είναι Πετράκη;
– Χαμένος κύριε!
– Ρε φίλε με είπε κάγκουρα!
– Και εσύ τι έκανες;
– Τι να κάνω, έβαλα τέρμα τη μουσική, κάρφωσα τη πρώτη και έφυγα με παντιλίκια…
Μια ξανθιά είναι μέσα στο λεωφορείο και θέλει να κατέβει.
Φωνάζει στον οδηγό :
– Οδηγέ! θα κάνετε μια στάση; θέλω να κατέβω.
Ο οδηγός συνεχίζει ακάθεκτος.
Ένας γεράκος δίπλα στην ξανθιά λέει:
– Κορίτσι μου για στάση πρέπει να πατήσεις το κουμπί.
Πατάει η ξανθιά και κουμπί και λέει:
– Οδηγέ, τώρα με ακούτε;
Πως λέγεται το τρωκτικό που ζει στο δάσος και γαυγίζει;
Σκύλουρος!
Ο σύζυγος μπαίνει μέσα στο ζαχαροπλαστείο:
– Καλημέρα σας, θα ήθελα μια τούρτα γενεθλίων για τη γυναίκα μου! Με σαντιγύ, ως συνήθως.
– Μάλιστα κύριε. Πόσα κεράκια να βάλω;
– Τριάντα ως συνήθως!
Λέει ο γιος στον πατέρα του :
– Μπαμπά, ήξερες καλά τη μαμά πριν την παντρευτείς;
Και ο πατέρας αποκρίνεται :
– Έτσι νόμιζα αγόρι μου…
– Εισαι γουρούνι και αναίσθητος! Τόση ωρα τσακωνόμαστε και εσύ χασμουριέσαι;;;
– Δεν χασμουριέμαι…να μιλήσω προσπαθώ…
Ο διευθυντής του τρελοκομείου συγκεντρώνει τους τρόφιμους και τους λέει :
– Τρελοί!
Φωνές και ουρλιαχτά από το πλήθος.
– Σας ανακοινώνω ότι σας βάλαμε πισίνα.
Ζητοκραυγές από το πλήθος. Ευχαριστημένοι όλοι άρχισαν να παίζουν στην πισίνα. Την επόμενη μέρα ο διευθυντής τους μαζεύει πάλι και τους λέει :
– Τρελοί!
Ζητοκραυγές και χαλασμός από το πλήθος.
– Αύριο θα σας βάλουμε και νερό στην πισίνα!
Είναι τρεις μεξικανοί έξω από ένα μπαρ και λιάζονται.
Ξαφνικά περνάει ένα όχημα με μεγάλη ταχύτητα από μπροστά τους. Μετά από μισή ώρα ο πρώτος μεξικανός λέει στους άλλους δύο :
– Ρε εσείς τι ήταν αυτό που πέρασε τόσο γρήγορα;
Μετά από μία ώρα απαντάει ο δεύτερος :
– Δεν ξέρω.
Μετά από δύο ώρες απαντάει και ο τρίτος :
– Ρε σεις άμα έχετε όρεξη για κουβεντούλα να σηκωθώ να φύγω!
Ο Τοτός περπατούσε στο δρόμο παρέα με τη γιαγιά του . Ξαφνικά βρίσκει στο δρόμο ένα πεντάευρω και λέει στη γιαγιά του :
– Να το πάρω γιαγιά;
– Ό τι βρίσκουμε στο δρόμο δεν το μαζεύουμε Τοτέ, του λέει η γιαγιά.
Λίγο πιο κάτω βρίσκει ένα δεκάευρω.
– Να το πάρω γιαγιά;
– Ότι βρίσκουμε στο δρόμο δεν το μαζεύουμε, ξαναλέει η γιαγιά .
Λίγο πιο κάτω σκοντάφτει η γιαγιά, πέφτει και λέει :
– Τοτό , σήκωσε με σε παρακαλώ!
Και ο Τοτός της λέει :
– Ότι βρίσκουμε στο δρόμο δεν το μαζεύουμε, γιαγιά!